Κριτική στην άκριτη και άχαρη υιοθέτηση ιδεολογιών

 Άρθρο του Νίκου Γεωργιάδη, προπτυχιακού φοιτητή του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σύμφωνα με το λεξικό, ιδεολογία είναι μια οργανωμένη συλλογή ιδεών. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Κόμη Antoine Destutt de Tracy στα τέλη του 18ου αιώνα για να ορίσει μια «επιστήμη των ιδεών». Ως ιδεολογία μπορεί να θεωρηθεί ό, τι είναι ένα συνολικό όραμα, ένας τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων στην κοινή λογική και σύμφωνα με διάφορες φιλοσοφικές τάσεις  ή ένα σύνολο ιδεών που προτείνει μια κοινωνική τάξη για όλη την κοινωνία. Ο βασικός στόχος μιας ιδεολογίας είναι να φέρει αλλαγή στην κοινωνία μέσω μιας ρυθμιστικής διαδικασίας. Οι ιδεολογίες έχουν την τάση να περιλαμβάνουν αφηρημένες έννοιες προς εφαρμογή στον πραγματικό κόσμο και για τον λόγο αυτό συναντώνται πολύ συχνά στο πεδίο της πολιτικής.

Αφήνοντας στην άκρη την ευρύτερη έννοια του όρου, επικεντρωνόμενοι στην πολιτική ιδεολογία, συναντάμε μία αντίθεση μεταξύ ορισμού και πρακτικής εφαρμογής. Αρχικά, ως πολιτική ιδεολογία ορίζεται αυτή που εκφράζεται μέσω ενός πολιτικού φορέα, προτείνοντας ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής ενός κράτους ή μίας ομάδας γενικότερα.  Οι -ισμοί- όπως ναζισμός, φασισμός, καπιταλισμός, συντηρητισμός, προοδευτισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός, αναρχισμός, κομμουνισμός κ.α.- συνιστούν ιδεολογίες.

Εξ ορισμού, λοιπόν, οι ιδεολογίες υπάρχουν προκειμένου να προτείνουν ένα καλύτερο μοντέλο λειτουργίας της κοινωνίας στο σύνολο της. Η πραγματικότητα όμως, μάλλον απέχει πολύ από αυτό. Πόσοι άνθρωποι ασπάζονται την εκάστοτε ιδεολογία με γνώμονα το κοινό συμφέρον και όχι το προσωπικό; Πόσοι θα ψήφιζαν ένα πολιτικό κόμμα αν η πολιτική του προσέφερε τα μέγιστα στο κοινωνικό σύνολο, αλλά λιγότερα σε αυτούς από ένα άλλο που υστερούσε προσφοράς στο σύνολο της κοινωνίας; Η απάντηση είναι ελάχιστοι, αν όχι κανείς.

Είναι φανερό ότι δεν ασπαζόμαστε μία ιδεολογία επειδή πιστεύουμε ότι αυτή είναι η καλύτερη για όλους μας, αλλά η καλύτερη για το προσωπικό μας συμφέρον. Προτού κάποιος αναθεματίσει την εν λόγω τοποθέτηση, ας αναρωτηθεί πως γίνεται να αλλάζει η πολιτική στάση ενός ανθρώπου τόσο εύκολα όταν οι συνθήκες είναι μεταβαλλόμενες, ενώ η ιδιοσυγκρασία του παραμένει απαράλλακτη.

Λόγου χάρη, ο υποστηρικτής ακροδεξιάς εθνικιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα, ο οποίος τάσσεται υπέρ του εθνικού κράτους και κατά οποιασδήποτε μειονοτικής ομάδας, σε περίπτωση που λόγω οικονομικών συγκυριών μεταναστεύσει σε κάποια χώρα του εξωτερικού και λάβει εκεί τη δυνατότητα ψήφου,  θα γίνει υποστηρικτής ενός αριστερού ή ακόμη και ακροαριστερού κόμματος. Αυτό, φυσικά, δεν θα συμβεί διότι ξαφνικά θα αλλάξει κοσμοθεωρία, αλλά γιατί ο ίδιος θα βρεθεί από πλεονεκτική σε μειονεκτική θέση. Όσο βρισκόταν στην Ελλάδα ανήκε στην πλειονότητα, οπότε τον συνέφερε να τάσσεται κατά των μειονοτήτων. Όταν όμως, μεταναστεύσει στο εξωτερικό ο ίδιος άνθρωπος θα αποτελεί μειονότητα. Ως αποτέλεσμα, στη χώρα υποδοχής του θα ψηφίσει ένα κόμμα που τάσσεται υπέρ των μειονοτήτων, ώστε να προστατευτεί ο ίδιος, αλλά η άποψη του για τις μειονότητες στην πατρίδα του θα παραμείνουν οι ίδιες.

Συνεχίζοντας, ένας υποστηρικτής του καπιταλισμού, ο οποίος τάσσεται υπέρ της ελεύθερης αγοράς και της ατομικής πρωτοβουλίας, σε περίπτωση που ο ίδιος βρεθεί σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, οι πιθανότητες να «ασπαστεί» τον σοσιαλισμό αυξάνονται. Η απόφαση του αυτή θα είναι ανεξάρτητη από τη γενική επίδραση του καπιταλισμού στην κοινωνία (είτε θετική είτε αρνητική) αλλά συνυφασμένη με την προσωπική του κατάσταση. Εξ αρχής, έγινε υποστηρικτής μιας κλιμακωτής κοινωνίας διότι θεωρούσε ότι μπορεί να ανέλθει στην υψηλότερη κλίμακα. Όταν αντιλήφθηκε πως ο ίδιος δεν μπορεί να τα καταφέρει ασπάστηκε την ιδεολογία μιας απόλυτα εξισωμένης κοινωνίας. Με πιο απλά λόγια, δεν έχει σημασία αν σε ένα καπιταλιστικό κράτος το 95% ζει σε άριστες συνθήκες και το 5% πεινάει ή το αντίστροφο, αρκεί σε κάθε περίπτωση να βρίσκεται στους ευνοημένους, είτε αυτοί αποτελούν 5% είτε 95% του συνολικού πληθυσμού. Αν δεν βρίσκεται σε αυτούς, θα ταχθεί κατά του συστήματος.

Από την άλλη μεριά, ο δρόμος ενός σοσιαλιστή προς τον καπιταλισμό είναι αντίστροφος. Κάποιος που τασσόταν μία ζωή υπέρ της αταξικής κοινωνίας, μόλις κέρδισε το τζόκερ μετατράπηκε, εν μία νυκτί, σε υπέρμαχο του καπιταλισμού. Γιατί άλλωστε, να υποστηρίξει την εξίσωση όταν αυτός βρίσκεται πλέον στην ύψιστη κλίμακα; Και σε αυτή την περίπτωση, ο εν λόγω άνθρωπος, δεν τασσόταν εξ αρχής κατά του καπιταλισμού (και υπέρ του σοσιαλισμού) για την γενικότερη επίδραση του στην κοινωνία αλλά με κριτήριο την προσωπική του κατάσταση. Λαϊκιστί: Δεν έχει σημασία αν σε ένα καπιταλιστικό κράτος το 95% πεινάει και το 5% βρίσκεται σε άριστη κατάσταση ή το αντίστροφο, αρκεί αυτός να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση για να ταχθεί κατά του καπιταλιστικού συστήματος. Αν όμως, με οποιονδήποτε τρόπο, μεταβεί στο ποσοστό των ευεργετηθέντων (άσχετα αν αυτό αποτελεί πλειοψηφία ή μειοψηφία) τότε θα γίνει αμέσως υποστηρικτής του συστήματος που μέχρι πρότινος λοιδορούσε.

Τέλος, ο δρόμος ενός κομμουνιστή προς την φασιστική συμπεριφορά δεν είναι τόσο μακρινός όσο οι ίδιες οι ιδεολογίες καθ’ αυτές. Ακόμη κι αν οι δύο τους απέχουν παρασάγγας, μπορεί ο υποστηρικτής της πρώτης να εμφανίσει στοιχεία της δεύτερης αν αυτά που «πρεσβεύει» του χτυπήσουν την πόρτα. Σύμφωνα με το κομμουνιστικό μανιφέστο η μόνη επιτρεπτή διάκριση είναι αυτή μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης. Μολαταύτα, δεν είναι λίγοι οι (άκρο) αριστεροί που εναντιώθηκαν στην κόρη τους για τον Πακιστανό, Αλβανό, μουσουλμάνο ή βουδιστή γαμπρό που τους έφερε στο σπίτι ή αυτοί που δεν αποδέχτηκαν το γιο ή την κόρη τους που τους είπε ότι είναι gay,bi ή trans άτομο.

Όλη αυτή η κατάσταση περικλείεται από μία σαθρότητα, χαρακτηριστικό της άκριτης και άχαρης υιοθέτησης ιδεολογιών. Η επιφανειακή οικειοποίησή τους τις ευτελίζει, τις απαξιώνει και εν τελεί τις μετατρέπει σε ουτοπικές θεωρίες που δεν εφαρμόζονται στον πραγματικό κόσμο.

   Οι ιδεολογίες καθ’ αυτές δεν αποτελούν πανάκεια ούτε όμως είναι άχρηστες. Πρέπει να γίνει αντιληπτό πως καμία ιδεολογία δεν εφαρμόζεται παντού, πάντοτε, με την ίδια επιτυχία. Υπάρχουν προβλήματα που λύνονται καλύτερα βάσει της «δεξιάς» ιδεολογίας και προβλήματα που λύνονται καλύτερα με «αριστερές» πρακτικές. Αυτό όμως, είναι ένα άλλο θέμα που χρειάζεται παραπάνω από μερικές γραμμές για να αναλυθεί. Το κύριο πρόβλημα άλλωστε, δεν είναι αυτό. Είναι το κριτήριο επιλογής της ιδεολογίας. Όταν η τελευταία επιλέγεται με κριτήριο το κοινό καλό, τότε ό, ποια κι αν είναι αυτή, έχει πιθανότητες να επιτύχει. Όταν επιλέγεται για να εξυπηρετήσει κατώτερα φρονήματα είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *