Η Έξοδος

Γράφει ο Αναστάσιος – Αίας Οικονομίδης*,

Τα πρώτα εκατό χρόνια ζωής του ελληνικού κράτους υπήρξαν γεμάτα με σκληρές πολεμικές συγκρούσεις, κινήματα, επαναστάσεις και έναν διαρκή αγώνα ώστε η μικρή νεοσύστατη τότε χώρα της νότιας Βαλκανικής να ενσωματώσει στον κορμό της περιοχές με έντονο ελληνικό στοιχείο και μακραίωνη ιστορία. Οι περιοχές αυτές,  οι οποίες βρίσκονταν ακόμη υπό οθωμανικό ζυγό, αποτελούσαν οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του ελληνισμού ήδη από την αρχαιότητα και τον βυζαντινό μεσαίωνα. Πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη υπήρξαν το μήλον της έριδος για δεκαετίες μεταξύ των βαλκανικών εθνών. Πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που εξέφρασαν την άποψη πως χωρίς την ολοκληρωτική επικράτηση σε μία από τις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει σταθερότητα.

Ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, οι δύο Βαλκανικοί πόλεμοι και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος που ακολούθησε, οδήγησαν την χώρα ενώπιον του μεγάλου διλήμματος, το οποίο δεν ήταν άλλο από το αν θα επιχειρήσει την μεγάλη απόβαση στην Μικρά Ασία, για να επιβάλλει τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών ή σε διαφορετική περίπτωση να επαναδιαπραγματευτεί έναν έντιμο συμβιβασμό με τον συνεπακόλουθο εκτοπισμό πάνω από δύο εκατομμύρια Ελλήνων, τους οποίους είχαν επιχειρήσει να εξοντώσουν ή να εκτοπίσουν οι Οθωμανικές αρχές ήδη από το 1914.

Με αστραπιαίες κινήσεις, σε διάστημα μικρότερου του ενός έτους, ο ελληνικός στρατός κατάφερε πέραν κάθε αντιξοότητας να φτάσει λίγα χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα και να δώσει την μάχη του Σαγγαρίου, που όμως, χωρίς την επίτευξη των αντικειμενικών στόχων της ελληνικής πλευράς, αποτέλεσε το κύκνειο άσμα σε μια σχεδόν δεκαετή εποποιία.

Σπανίως γίνεται λόγος για τα γεγονότα που ακολούθησαν τον Αύγουστο του 1921. Πέραν της στρατιωτικής ήττας και του ξεριζωμού, το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων και των πρωταγωνιστών εκείνων των τραγικών ημερών παραμένουν στην αφάνεια. Μία προσωπικότητα που ξεχωρίζει μέσα σε αυτά τα γεγονότα υπήρξε ο Νικόλαος Πλαστήρας, στρατιωτικός και αργότερα πολιτικός, που διακρίθηκε για το ήθος και την φιλοπατρία του εμπράκτως σε μία εποχή που διαγραφόταν κάθε άλλο παρά ευοίωνη. Παρά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, ο Πλαστήρας παρέμεινε σταθερά στο πλευρό του και ρίχνεται με τα μούτρα στον πόλεμο. Διακρίνεται και πάλι και τώρα γίνεται φόβητρο για τους Τούρκους, που τον ονομάζουν Μαύρο Καβαλάρη και το ευζωνικό σύνταγμά του «Σεϊτάν Ασκέρ» (στρατός του διαβόλου). Στρατιώτης μεταξύ ίσων, ο συνταγματάρχης φυλά σκοπιές το βράδυ για να ξεκουράζονται οι άντρες του και μετρά νέες δόξες, ιδιαίτερα κατά την τουρκική αντεπίθεση στο Σαγγάριο. Παρά την ήττα των ελληνικών δυνάμεων, το δικό του σύνταγμα μετρά μικρές απώλειες και υποχωρεί από τις θέσεις του πάντα συντεταγμένα, μαζεύοντας στρατιώτες από διαλυμένες μονάδες, αλλά και χιλιάδες πρόσφυγες που έπαιρναν τον δρόμο του ξεριζωμού.

Στις 8 Μαρτίου του 1922, άρχισε στο Παρίσι διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Στις 19 παρουσίασαν στους εμπολέμους ένα σχέδιο ειρήνης. Προέβλεπε ειρηνική εκκένωση της Μικράς Ασίας από τους Έλληνες, ενώ η Ελλάδα θα έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης με τη χερσόνησο της Καλλίπολης και τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο. Σουλτανικοί και κεμαλικοί Τούρκοι το δέχτηκαν. Ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση Γούναρη το απέρριψαν. Η τουρκική αντεπίθεση εκδηλώθηκε τον Αύγουστο κι έφερε την καταστροφή του ελληνικού στρατού.

Στις 27 Αυγούστου του 1922, άτακτοι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη κι άρχισαν να σφάζουν τους Έλληνες κατοίκους της, ανάμεσα στους οποίους και τον μητροπολίτη Χρυσόστομο. Στις 31 έβαλαν φωτιά κι έκαψαν την αρμενική και τις περισσότερες ελληνικές συνοικίες: 300.000 οι νεκροί. Η μικρασιατική καταστροφή έφερε και την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, ενώ η Ίμβρος και η Τένεδος έμειναν στην Τουρκία και η ανταλλαγή πληθυσμών έφερε την προσφυγιά όσων σώθηκαν από τις σφαγές. Οι περισσότεροι, ποτέ στη ζωή τους δεν είχαν ξαναδεί αεροπλάνο να πετά τόσο χαμηλά και μάλλον το θέαμα ήταν πρωτόγνωρο για όλους. Το αεροπλάνο έκοβε βόλτες στον ουρανό της Αθήνας κι από τα σπλάχνα του ρίχνονταν χιλιάδες προκηρύξεις. Οι Αθηναίοι ξεχύνονταν στους δρόμους κι ανταγωνίζονταν ποιος θα καταφέρει ν’ αρπάξει στον αέρα κάποια από τις προκηρύξεις. Το περιεχόμενό τους προκαλούσε παραλήρημα ενθουσιασμού.

Οι προκηρύξεις που έπεσαν στους δρόμους και στις πλατείες της πρωτεύουσας, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1922, γνωστοποιούσαν στο λαό πως ο στρατός επαναστάτησε, ζητούσαν από την κυβέρνηση να παραχωρήσει τη θέση της σε άλλη, αρεστή στην Αντάντ, καλούσαν τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί υπέρ του γιου του, Γεωργίου, και απαιτούσαν από το Γενικό Επιτελείο να ενισχύσει το μέτωπο στη Θράκη.

Ο κύβος είχε ριφθεί. Εννέα ημέρες πριν, στις 3 Σεπτεμβρίου, τα τελευταία τμήματα του ελληνικού στρατού εγκατέλειπαν τις μικρασιατικές ακτές και ταπεινωμένα αποσύρονταν στα νησιά. Ο αρχηγός του Α’ Σώματος Στρατού, συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, βρέθηκε στη Μυτιλήνη. Ο Μαύρος Καβαλάρης, συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, στη Χίο. Ένα αεροπλάνο πηγαινοερχόταν από το ένα νησί στο άλλο, κρατώντας την επαφή. Ο Πλαστήρας συγκάλεσε σύσκεψη για την επομένη, 4 του μήνα, στη Χίο. Πλαστήρας και Γονατάς συμφώνησαν πως η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. Η επανάσταση αποτελούσε τη μόνη λύση.

Οι διαβουλεύσεις με τους επικεφαλείς του στόλου δεν κράτησαν πολύ. Χάριν στις ενέργειες του αντιπλοιάρχου Δημήτριου Φωκά, στις 7 Σεπτεμβρίου, οι αξιωματικοί και οι άνδρες του στόλου είχαν προσχωρήσει. Στις 8 ακολούθησαν τα περισσότερα τμήματα του ελληνικού στρατού. Στις 9 όλο το Αιγαίο φλεγόταν από ενθουσιασμό, καθώς όλοι γνώριζαν τις «μυστικές» κινήσεις. Στη Μυτιλήνη, οι κάτοικοι διαδήλωναν υπέρ της επανάστασης που δεν είχε ξεσπάσει ακόμη. Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1922 οι επαναστάτες κατέλαβαν σχεδόν αμαχητί τα δημόσια κτίρια των νησιών και τα πλοία του στόλου. Το σύνθημα «Ελλάς – Σωτηρία» δονούσε την ατμόσφαιρα. Ένα σύνταγμα ευζώνων υπό τον συνταγματάρχη Ζήρα προσπάθησε να αντιδράσει. Ως το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου, οι αξιωματικοί του είχαν όλοι συλληφθεί. Ο απόπλους από τα νησιά με κατεύθυνση την Αττική έγινε στις 12 του μήνα, ενώ ένα αεροπλάνο στάλθηκε να πετάξει προκηρύξεις πάνω από την Αθήνα. Ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, οι αξιωματικοί που υπήρχαν στην Αθήνα, προσχώρησαν στην επανάσταση και η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου παραιτήθηκε.

Το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου, στ’ ανοιχτά του Λαυρίου, το πολεμικό «Ευστράτιος», στο οποίο επέβαιναν ο Γονατάς και οι επιτελείς του, συναντήθηκε με το θωρηκτό «Λήμνος», όπου βρίσκονταν οι Πλαστήρας και Φωκάς με τους δικούς τους. Μεταφέρθηκαν όλοι στο «Λήμνος». Επί τόπου, σχηματίστηκε εντεκαμελής επαναστατική επιτροπή με τους Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά ν’ αποτελούν την τριμελή εκτελεστική επιτροπή της. Μια προσπάθεια του αντιστράτηγου, Αναστάσιου Παπούλια, να συμβιβάσει τα πράγματα, απέτυχε. Το πρώτο ραδιοσήμα από το «Λήμνος» απευθυνόταν στα ανάκτορα. Απαιτούσε από τον βασιλιά να παραιτηθεί υπέρ του γιου του Γεωργίου Β’ και να αποχωρήσει από τη χώρα μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά του. Το δεύτερο ραδιοσήμα στάλθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, στο Παρίσι. Με αυτό, του εξέφραζαν την εμπιστοσύνη των επαναστατών και του ανέθεταν να αναλάβει την ευθύνη των διαπραγματεύσεων, οπουδήποτε στο εξωτερικό.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του Γεωργίου. Την ίδια μέρα, οι αρχηγοί της επανάστασης μπήκαν στην πρωτεύουσα. Ο αρχηγός του στρατού της Μικράς Ασίας, στρατηγός Χατζηανέστης, και το «συμβούλιο των πέντε» (Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Δημήτριος Γούναρης και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης) συνελήφθησαν, δικάστηκαν, κρίθηκαν ένοχοι εσχάτης προδοσίας κι εκτελέστηκαν στις 15 Νοεμβρίου. Από τις 14, πρωθυπουργός είχε αναλάβει ο Στυλιανός Γονατάς, ενώ ο Νικόλαος Πλαστήρας έμεινε αρχηγός της επανάστασης. Ο Κωνσταντίνος πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου (11 Ιανουαρίου 1923 με το νέο ημερολόγιο), στο Παλέρμο της Σικελίας.

Στις 24 Ιουλίου του 1923, υπογράφηκε η συνθήκη της Λωζάννης που καθόρισε τα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο. Στις 16 Δεκεμβρίου, έγιναν εκλογές με αποχή της αντιπολίτευσης. Η Δημοκρατική Ένωση έθεσε πολιτειακό ζήτημα και ζήτησε να απομακρυνθεί ο Γεώργιος, ώσπου να αποφασίσει ο λαός.

Στις 11 Ιανουαρίου 1924, ο Στυλιανός Γονατάς παρέδωσε την κυβέρνηση στον Ελευθέριο Βενιζέλο, που είχε κερδίσει στις εκλογές. Η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία ήταν γεγονός.


* Ο Αναστάσιος – Αίας Οικονομίδης είναι φοιτητής Νομικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (Δ.Π.Θ.)