Αρχαία Αθήνα: η αγροτική κρίση του 7ου αιώνα π. Χ.

*Άρθρο της Κυριακής Κυρμανίδου, Ιστορικός.

Είναι γνωστό ότι η συγγραφή της ιστορίας των Ελληνικών Αρχαϊκών χρόνων αποτελεί αναντίρρητα ένα έργο δύσκολο για κάθε ιστορικό ή ερευνητή, που προσπαθεί να προσεγγίσει το θέμα. Δυστυχώς, οι μοναδικές πηγές που σώζονται είναι μεταγενέστερες και απέχουν τόσο από τα γεγονότα που οδήγησαν στη γένεση της τυραννίας όσο και από την περίοδο όπου οι τύραννοι διοικούσαν την πόλη κράτος μέχρι την πτώση τους. Επομένως, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως το πιο σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μελετητής σχετίζεται με το κατά πόσο μπορεί να εμπιστευτεί αυτές τις πηγές. Έπειτα, θα πρέπει να διαχειριστεί τις όποιες αντιφάσεις παρουσιάζουν μεταξύ τους και τέλος θα πρέπει να δοκιμάσει να τις αποκρυπτογραφήσει[1].

Πράγματι, παρότι μεταγενέστερες, οι πηγές αυτές, μας παρουσιάζουν τα γεγονότα, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στις μνήμες των ανθρώπων, ακόμα κι αν δεν τα έζησαν οι ίδιοι. Άλλωστε είναι το μόνο υλικό, που μας βοηθάει να διαμορφώσουμε μία εικόνα για την εποχή εκείνη. Ωστόσο, ο ιστορικός οφείλει να είναι απόλυτα αντικειμενικός ως προς τα κείμενα αυτά, διότι με το πέρασμα των αιώνων είναι λογικό κάποια γεγονότα να αλλοιωθούν, καθώς οι Έλληνες την περίοδο εκείνη μεταβίβαζαν όλες τις πληροφορίες από στόμα σε στόμα, με μοναδική εξαίρεση τους νόμους και τα συντάγματα[2].

Κατά τη διάρκεια όμως του 7ου αιώνα οι ίδιοι οι Έλληνες «μιλούσαν» για τη ζωή τους μέσα από την τέχνη τους, μέσω των ποιητών και των καλλιτεχνών τους. Με αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι εκείνοι προσπάθησαν να μας δείξουν ποιοι ήταν, τι ήταν εκείνο που τους τράβηξε την προσοχή, τι τους απασχολούσε και ακριβώς αυτά μνημονεύτηκαν στην τέχνη τους. Σύγχρονοί τους ιστορικοί δεν υπήρχαν, αλλά και να υπήρχαν κάποιου είδους ιστορικά κείμενα, τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν φθαρτά, με αποτέλεσμα στο πέρασμα των αιώνων να χαθούν, όπως ο πάπυρος και άλλα υλικά γραφής. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα οι υστερόχρονες πηγές να θεωρούνται αξιοσημείωτης σημασίας, εξαιτίας της έλλειψης σύγχρονων πηγών[3].

Περισσότερες πληροφορίες μας παραδίδουν οι αγγειογράφοι της εποχής, οι οποίοι αποτύπωναν στα έργα τους όλα όσα έβλεπαν γύρω τους, αλλά και τους μύθους, που ήταν αγαπητοί εκείνη την εποχή. Μέσα από την τέχνη τους μπορούμε να συμπεράνουμε τόσο την άνοδο όσο και την πτώση της ευημερίας ορισμένων πόλεων, η οποία φανερώνεται από την ποσότητα και την ποιότητα της αγγειοπλαστικής. Τα αγγεία αυτά βοηθούν στην ανάλυση της τυραννίας της αρχαϊκής εποχής, διότι αποτελούν σύγχρονες με την τυραννίας πηγές[4].

Επιπλέον μία αξιοσημείωτη πηγή αποτελεί η ποίηση, η μαρτυρία των ποιητών της αρχαϊκής εποχής, που έζησαν τα γεγονότα. Εντούτοις η Επική ποίηση ασχολήθηκε με τη μυθολογία παρά με τα ιστορικά γεγονότα. Οι ποιητές της αρχαϊκής περιόδου μιλούν για τα προσωπικά τους ζητήματα, όπως για παράδειγμα κάποια προβλήματα που τους απασχολούν, κάποια ερωτική απογοήτευση. Ο Ησίοδος, γύρω στο 700 π.Χ., γράφει συμβουλές στον αδερφό του κι αναφέρεται στη διαμάχη τους στο έργο του, «Ἔργα καί Ἡμέραι». Στο έργο του, ο Ησίοδος αναφέρεται στις κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούσαν στη βοιωτική ύπαιθρο γύρω στο 700 π.Χ.[5].

Τα λυρικά ποιήματα αναφέρονται στις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής από το 650 π.Χ. και στον αποικισμό, στις διαμάχες στο εσωτερικό της αριστοκρατικής τάξης, στον αγώνα κατά της τυραννίας και τέλος στον προσωπικό έρωτα. Για παράδειγμα, ο Αλκμάν και ο Τυρταίος, σπαρτιατικής καταγωγής, έγραψαν για τις πολιτικές διαμάχες κατά την εποχή του Β΄ Μεσσηνιακού πολέμου. Συνολικά, εξέφραζαν μία ανησυχία κι αβεβαιότητα για το μέλλον της κοινότητας, όπως τα ποιήματα του Θέογνη από τα Μέγαρα και του Σόλωνος από την Αθήνα[6].

Μία σημαντική φυσιογνωμία, τόσο πολιτική όσο και καλλιτεχνική, στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα σε επόμενο κεφάλαιο αποτελεί ο Σόλων ο Αθηναίος. Υπήρξε ένας άνδρας μετριοπαθής και χωρίς προκαταλήψεις. Το 594 π.Χ. κλήθηκε να μεσολαβήσει ανάμεσα στις παρατάξεις κατά τη διάρκεια μίας επαναστατικής περιόδου στην Αθήνα. Τα ποιήματά του τα απηύθυνε τόσο στους υποστηρικτές του όσο και στους αντιπάλους του. Ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να γίνει τύραννος στην πόλη του, κάτι που δεν έκανε διότι δεν το επιθυμούσε. Οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι από τους τυράννους πήραν την εξουσία από προσωπική φιλοδοξία, την οποία ο Σόλων προφανώς δεν είχε. Τα ποιήματα του είναι το βασικό στοιχείο για τη μελέτη των αιτιών, που οδήγησαν στην  εγκαθίδρυση του τυραννικού καθεστώτος στην Αθήνα.

Εντέλει, το τυραννικό καθεστώς, στους αρχαϊκούς χρόνους, εμφανίζεται διαστρεβλωμένο, διότι οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από την κλασσική εποχή. Οι πολιτικές θεωρίες του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. εξηγούν εκείνα τα γεγονότα με το λεξιλόγιο της εποχής τους. Έτσι, τα λιγοστά κείμενα της εποχής, όπως του Αλκαίου, του Σόλωνος, του Θέογνη και του Αρχιλόχου, καθώς και τα σύγχρονα τους αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι ο βασικός οδηγός ώστε να οδηγηθούμε σε ορισμένα συμπεράσματα[7].  

Σύμφωνα με τις πηγές το κυριότερο πρόβλημα της αρχαϊκής εποχής, που οδήγησε στην εγκαθίδρυση τυραννικού καθεστώτος στην Αθήνα, ήταν η «στενοχωρία», δηλαδή η έλλειψη γης. Η δημογραφική έκρηξη που συνέβη στην αυγή του 7ου αιώνα, μαζί με την ίση διανομή των κληρονομιών, ενέτειναν το πρόβλημα της «στενοχωρίας». Ο Ησίοδος συμβουλεύει τον αδερφό του να αποκτήσει μονάχα έναν γιο, ώστε να του μεταβιβαστεί ολόκληρη η περιουσία και να μην την μοιράσει σε περίπτωση που αποκτήσει και δεύτερο γιο. Εάν η περιουσία μοιραζόταν στους απογόνους ισότιμα, με το πέρασμα των χρόνων η κληρονομιά αυτή θα ήταν πλέον ανύπαρκτη[8].

Ο Ησίοδος στο έργο του Έργα και Ἡμέραι, περιγράφει την κατάσταση των αγροτών στα τέλη του 8ου αιώνα, τα οφέλη της εργασίας, αλλά και τα δεινά του φτωχού αγρότη. Το πρόβλημα της ίσης διανομής των κληρονομικών μαζί με την ελάχιστη σοδειά, που απέφεραν τα μικρά κτήματα, ανάγκασαν τους φτωχούς αγρότες να δανειστούν. Οι φτωχοί αγρότες επειδή δεν κατάφερναν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, έγιναν υπόδουλοι των μεγαλογαιοκτημόνων. Ο Ησίοδος καταγγέλλει την ανομία των βασιλέων και εύχεται να έρθει η δικαιοσύνη του Δία. Ωστόσο, δεν καλεί σε επανάσταση, ούτε ζητά την ισομοιρία της γης, εναποθέτει τις ελπίδες του στη θεϊκή παρέμβαση του Δία[9]. Πολλοί ήταν εκείνοι που ζήτησαν αποφασιστικά τον αναδασμό της γης, και ήταν έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν βίαια μέσα για να καταφέρουν το σκοπό τους. Μονάχα για την κρίση στην Αττική, κατά τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., έχουμε περισσότερες πληροφορίες.

Για την αγροτική κρίση μίλησαν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία, ο Πλούταρχος στο έργο του Βίος του Σόλωνος, αλλά και ο ίδιος ο Σόλων μέσα από τα ποιήματά του, αποσπάσματα εκ των οποίων σώζονται μέχρι και σήμερα. Όλα τα κείμενα συμφωνούν στην ακραία ανισότητα της γαιοκτησίας, η οποία οδήγησε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην οικονομική ανασφάλεια. Η ανασφάλεια, που ένοιωθαν, τους οδήγησε στα πρόθυρα ενός εμφυλίου πολέμου, τη «στάσις».

Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι φτωχοί είχαν υποδουλωθεί στους πλούσιους και είχαν επέλθει στην κατάσταση του εκτημόρου. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο καλλιεργητής χρωστούσε το 1/6 της παραγωγής του και μη μπορώντας να ξοφλήσει την οφειλή του γινόταν δούλος του δανειστή του. Ο Πλούταρχος διαφωνεί με την θεωρία του Αριστοτέλη, διότι διακρίνει τους εκτημόρους, που οφείλουν το 1/6 της παραγωγής τους, από τους χρεωμένους αγρότες που έθεταν τον εαυτό τους ως εγγύηση για το χρέος τους, με αποτέλεσμα να γίνονται δούλοι, εάν δεν το αποπλήρωναν[10].

Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τους εξαρτημένους από τους ελεύθερους αγρότες, οι οποίοι κινδύνευαν να γίνουν δούλοι και να πουληθούν έξω από τα όρια της Αττικής. Στις διαφορές των δύο κειμένων, του Αριστοτέλη και του Πλούταρχου, θα ήταν χρήσιμα τα ποιήματα του Σόλωνος, όμως μέσα από τις αναφορές του δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός, ανάμεσα σε εξαρτημένους και ελεύθερους αγρότες. Ο Σόλων αναφέρει μονάχα πως κατάφερε να βγάλει από τα κτήματα τους λίθινους όρους, στους οποίους αναγράφονταν οι υποθήκες της γης. Ο Σόλων υπερηφανευόταν, επειδή ελευθέρωσε όσους ζούσαν κάτω από δυσβάσταχτα βάρη, και όσους είχαν πουληθεί ως δούλοι εκτός Αττικής, τους οποίους επανέφερε στην πατρίδα τους. Επιπλέον, ο Σόλων ελευθέρωσε και εκείνους που αυτοεξορίστηκαν εξαιτίας των χρεών τους[11].

Εάν υπήρχε η διάκριση μεταξύ εξαρτημένων και ελεύθερων χωρικών γεννάται το ερώτημα ποιοί προσπάθησαν να ελευθερωθούν από τα δεσμά τους; Οι ελεύθεροι αγρότες, σύμφωνα με τους μελετητές, ξεκίνησαν τον αγώνα, για να αλλάξει το καθεστώς της ιδιοκτησίας. Η αναζήτηση της ισότητας συνέβη και στη Σπάρτη κατά τη διάρκεια του Β΄ Μεσσηνιακού πολέμου, τις τελευταίες δεκαετίες του 7ου αιώνα π.Χ., σύμφωνα με ένα απόσπασμα του Τυρταίου. Συνεπώς, η αγροτική κρίση δεν ήταν αποτέλεσμα μονάχα της δημογραφικής έκρηξης και της ιδιοποίησης της γης από τους ισχυρούς, αλλά σηματοδοτούσε ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, μετά από τους νέους όρους του πολέμου, που έκαναν την εμφάνισή τους την ίδια περίοδο, ζητούσε μία κάποιου είδους ισότητα στα δικαιώματα των πολιτών[12].     


[1] Mossé Claude, Η Αρχαϊκή Ελλάδα, από τον Όμηρο ως τον Αισχύλο (8ος – 6ος αιώνας π.Χ.), σελ. 186.

[2] Smith J.A., Η Αθήνα στην εποχή των τυράννων, σελ. 20.

[3]Ό.π. Andrewes Anthony, σελ. 21-22.

[4]Ό.π. Andrewes Anthony, σελ. 24.

[5] Wolfgang Schuller, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας: Από την Κρητομυκηναϊκή εποχή ως το τέλος των κλασικών χρόνων, σελ. 56 και Ό.π. Andrewes Anthony, σελ. 25-26.

[6] Ό.π. Wolfgang Schuller, Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, σελ. 56.

[7] Ό.π. Wolfgang Schuller, σελ. 161.

[8]Ό.π. Schnapp-Gourbeillon Annie – Mosse Claude, σελ. 183-184.

[9]Ό.π. Schnapp-Gourbeillon Annie – Mosse Claude, σελ. 183-184.

[10]Ό.π. Schnapp-Gourbeillon Annie – Mosse Claude,  σελ. 184.

[11]Ό.π. Schnapp-Gourbeillon Annie – Mosse Claude,  σελ. 184-185.

[12]Ό.π.Schnapp-Gourbeillon Annie – Mosse Claude, σελ.  185.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *