Μήπως τελικά οι ακροδεξιοί δεν είναι οι μόνοι φασίστες;

Άρθρο του Νίκου Γεωργιάδη, προπτυχιακού φοιτητή του τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Από νεαρή ηλικία θυμάμαι τον εαυτό μου να δείχνει έντονο ζήλο για τα πολιτικά δρώμενα τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Ήθελα πάντα να ενημερώνομαι, να διαβάζω, να μαθαίνω ώστε εν συνεχεία να προσπαθήσω να αποκτήσω μια κάποια άποψη πάνω στα πράγματα. Μάλιστα, πολλές φορές, με θύμωνε η απραξία και η αδιαφορία ορισμένων ανθρώπων για το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. «Μα πως γίνεται να μην τον ενδιαφέρει το τι γίνεται στον κόσμο που ζει;» σκεφτόμουν.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, πριν καν ακόμη αποκτήσω ολοκληρωμένη ιδεολογία και προσδιοριστώ πολιτικά (όχι κομματικά, το τονίζω!), κατάλαβα ότι ο φασισμός είναι κάτι που δεν μου ταίριαζε, κάτι τελείως έξω από τα πιστεύω και τις αρχές μου. Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως ο περιορισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έβρισκε υποστηρικτές και τον απέρριψα πάραυτα. Σε αυτό το σημείο θα ήταν θεμιτό να δοθεί ένας ορισμός της λέξης «φασισμός» καθώς η συγκεκριμένη έννοια παραποιείται συχνά-πυκνά.

Δίνοντας έναν ορισμό με ιστορική βάση ο φασισμός είναι το δικτατορικό καθεστώς που, με αρχηγό τον Μουσολίνι, επικράτησε στην Ιταλία. Αυτή, βέβαια, ήταν η αρχική χρήση της λέξης, αφού, αργότερα, ως φασισμός ορίστηκε το πολιτικοκοινωνικό σύστημα της άκρας δεξιάς με έντονα αυταρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα, που καταργεί τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία και βασίζεται στον μονοκομματισμό και στον ολοκληρωτισμό. Στις μέρες μας, η έννοια έχει ξεφύγει από το πολιτικό πλαίσιο και χρησιμοποιείται, πέραν της πολιτικής της επέκτασης, για να περιγράψει μια αυταρχική ενέργεια, πράξη ή καταπιεστική, δεσποτική συμπεριφορά.

Παρ’ όλο που για χρόνια απέφυγα την πολιτική ταμπελοποίηση (νεοδημοκράτης/συριζαίος, χρυσαυγίτης/κομμουνιστής κλπ) και προτιμούσα να δηλώνω απλώς πολιτικοποιημένος υπήρξε μια ταμπέλα που κόλλησα οικιοθελώς πάνω μου. Ήταν αυτή του αντιφασίστα και αντιρατσιστή (έννοιες που ναι μεν συχνά συγχέονται λανθασμένα αλλά συνήθως κάποιος που προσδιορίζεται από τη μία προσδιορίζεται και από την άλλη). Δεν μπορούσα και δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να δεχθώ το ολοκληρωτικό αυτό καθεστώς στην πρακτική του εφαρμογή ως κάτι σωστό και δεν ανέχτηκα ποτέ (και ούτε πρόκειται) τη διάκριση και την υποτίμηση ενός ανθρώπου με γνώμονα τη φυλή, τη θρησκεία ή τη σεξουαλικότητα του.

Αργότερα, γνωρίζοντας άτομα ενταγμένα σε «αντιφασιστικές οργανώσεις» και συζητώντας μαζί τους άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η υπόσταση που είχα δώσει εγώ στην έννοια «αντιφασίστας» ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που υποστήριζαν εκείνοι. Κατέβηκα σε πορείες στις οποίες άκουσα να βρίζουν μάνες, να εύχονται ψόφο σε Χρυσαυγίτες, να απειλούν κ.α. (Για να μην γράφονται ανακρίβειες υπήρχαν και αρκετά σωστά και πολύ εύστοχα συνθήματα τα οποία όμως ήταν μηδαμινά μπροστά στα προαναφερθέντα). Αποστασιοποιήθηκα για λίγα λεπτά και σκέφτηκα «Μα ποια η διαφορά τους; Ότι ο ένας είναι φασίστας με τη μάσκα του «δεξιού πατριώτη» και ο άλλος του «αριστερού προοδευτικού»; Ο ένας εύχεται ψόφο στους πρόσφυγες/μετανάστες και ο άλλος στους Χρυσαυγίτες. Το ότι οι Χρυσαυγίτες μπορεί να είναι μισάνθρωποι δίνει ελαφρυντικό σε όλους τους υπόλοιπους να ασκούν ρητορικές μίσους (κάτι για το οποίο τους κατηγορούν) προς αυτούς; Μάλλον όχι.»

Ο Βολταίρος είχε πει: «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Ο φασισμός είναι κάτι που θα μάχομαι για όσο ζω και, προσωπικά τουλάχιστον, θεωρώ ότι αυτό είναι το ορθό. Πράττοντας όμως κάτι τέτοιο πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί τα «δημοκρατικά του όπλα». Διαφορετικά, ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνει όμοιος με αυτόν που μάχεται. Με πιο απλά λόγια… Όσο αποκρουστική κι αν είναι η φασιστική ιδεολογία δεν μπορείς να απαγορεύσεις σε κάποιον να την ασπάζεται. Μπορείς μόνον να υποστηρίξεις με σθένος και επιχειρήματα γιατί θεωρείς λάθος αυτή του τη θέση. Όμως, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου έχει κατοχυρωθεί συνταγματικά και το να επιβάλλεις σε ένα φασίστα να μην είναι φασίστας είναι αν μη τι άλλο φασιστικό.

Ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να σκέφτεται ό,τι αυτός επιθυμεί. Λόγου χάρη, μπορεί κάποιος στο μυαλό του να σκοτώνει 100 ανθρώπους καθημερινά. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι παράνομο. Το να σκοτώσει όμως ή έστω να το επιχειρήσει ή ακόμη και να προτρέψει άλλους να το κάνουν, σαφέστατα είναι. Αντίστοιχα, το να έχει κάποιος φασιστική ιδεολογία, καλώς ή κακώς, δεν είναι παράνομο. Το να επιχειρήσει όμως κάποιος την πραγμάτωση του ολοκληρωτισμού ή να προτρέπει άλλους να το κάνουν σαφέστατα είναι και εκεί η δημοκρατία επιβάλλεται να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς αυτοπροστασίας της και να μην παραμένει άπραγη στο τρίξιμο των θεμελίων της.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *