Θανατική ποινή: Προστασία της κοινωνίας ή μήπως μια «νόμιμη» εν ψυχρώ δολοφονία;

Άρθρο του Νίκου Γεωργιάδη, προπτυχιακού φοιτητή του τμήματος Ιστορίας & Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Η θανατική ποινή αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα, όχι μόνο στους νομικούς κύκλους αλλά και σε καθημερινές συζητήσεις των υπολοίπων ανθρώπων. Υπάρχουν, βέβαια, τόσο υποστηρικτές της εφαρμογής μιας τέτοιας ποινής όσο και κατακριτές της και παρ’ όλο που οι απόψεις τους είναι εκ διαμέτρου αντίθετες έχουν όλοι τους ένα κοινό άξονα, τη θέρμη και την απολυτότητα με την οποία υποστηρίζουν τη θέση τους. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Η θανάτωση εγκληματιών κατά την αρχαιότητα ήταν ένα καθόλα συνηθισμένο φαινόμενο αφού προβλεπόταν στα περισσότερα νομοθετικά πλαίσια (αν αυτά υπήρχαν και δεν επικρατούσε απόλυτη μοναρχία) μέχρι και τον 20ο αιώνα. 0ι τρόποι εφαρμογής «της εσχάτης των ποινών» αλλάζουν ανά εποχή, από τους πιο  «απλούς» όπως αποκεφαλισμό, μέχρι τους πιο βάναυσους όπως το κάψιμο στην πυρά, αλλά και τους πιο σύγχρονους όπως η ηλεκτρική καρέκλα.

Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου κόσμου έχει καταργήσει τη θανατική ποινή, με εξαιρέσεις χώρες όπως η Η.Π.Α., η Κίνα κ.α. Συνήθως, η πιθανή κατάργηση της εν λόγω ποινής σε αυτές τις χώρες ή η εφαρμογή της ανοίγει κάθε φορά τον ασκό του Αιόλου για να κονταροχτυπηθούν οι δύο αντικρουόμενες πλευρές αναπτύσσοντας τα επιχειρήματα τους.

Από τη μία μεριά, λοιπόν, οι υποστηρικτές της θανατικής ποινής πιστεύουν στην αναγκαιότητα της εφαρμογής της για τους εξής λόγους:

  • Δολοφόνοι, βιαστές και παιδεραστές πρέπει να θανατώνονται εφόσον έχουν διαπράξει τόσο αποτρόπαια εγκλήματα. Ειδικά όταν πρόκειται για παιδιά, δηλαδή για αθώες ψυχές, αυτή είναι η μόνη πρέπουσα ποινή. Άλλωστε, όλοι μας ακούγοντας μια αντίστοιχη είδηση στην τηλεόραση είναι η πρώτη τιμωρία που σκεφτόμαστε.
  • Κάποιοι εγκληματίες που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη (25 χρόνια) είτε θεωρούνται επικίνδυνοι όταν αποφυλακιστούν καθώς δεν επανεντάσσονται σωστά στην κοινωνία είτε αν μιλάμε για δις ή τρις ισόβια δραπετεύουν και απειλούν την ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου.
  • Ο θάνατος του θύτη είναι το μοναδικό που μπορεί να προσφέρει ψυχολογική ανακούφιση στους συγγενείς του θύματος.
  • Το κράτος μπορεί να εξοικονομήσει χρήματα που σπαταλούνται για τη σίτιση και τη στέγαση των εγκληματιών. Επιπλέον, θα αραιώσουν οι υπεράριθμες και κατάμεστες φυλακές.
  • Η θανατική ποινή μπορεί να λειτουργήσει ως προληπτική δύναμη για την καταστολή του εγκλήματος, αποτελεί δηλαδή ένα μέσο εκφοβισμού των εν δυνάμει εγκληματιών.
  • Πολλοί από αυτούς τους εγκληματίες επιδιώκουν οι ίδιοι να αυτοκτονήσουν μη μπορώντας να ζήσουν με τις τύψεις των πράξεων τους.

Από την άλλη πλευρά, οι κατακριτές της θανατικής ποινής επιθυμούν την πλήρη κατάργηση της για τους εξής λόγους:

  • Η λογική του «σκότωσε ένα παιδί» άρα πρέπει να θανατωθεί, παρ’ όλο που συναισθηματικά και ηθικά μας βρίσκει όλους σύμφωνους, είναι νομικά λανθασμένη. Ο νόμος είναι απρόσωπος και τιμωρεί το έγκλημα αυτό καθ’ αυτό με παραμέτρους τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα έγκλημα (αυτοάμυνα, ψυχική πάθηση κ.α.). Αν η δικαστική εξουσία τιμωρεί βάσει του θύτη ή του θύματος και όχι την ίδια την πράξη τότε κινδυνεύουμε οι δικαστές να θανατώνουν ή να ελευθερώνουν κατά το δοκούν. Για παράδειγμα, αν κάποιος σκοτώσει εν ψυχρώ έναν τρομοκράτη (ο οποίος είχε σκοτώσει εκατοντάδες κόσμο) θα πρέπει να μην τιμωρηθεί καθόλου ή με την μικρότερη δυνατή ποινή με την ίδια λογική ότι επειδή κάποιος σκότωσε ένα αθώο παιδί πρέπει να πεθάνει. Σε αυτή την περίπτωση αφήνουμε τον έναν δολοφόνο ελεύθερο και τον άλλον τον σκοτώνουμε.
  • Υπάρχουν, πράγματι, εγκληματίες οι οποίοι δεν επανεντάσσονται σωστά στην κοινωνία μετά την αποφυλάκιση τους ή άλλοι που δραπετεύουν και είναι επικίνδυνοι για την ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου. Η θανάτωση τους, όμως, δεν δείχνει δύναμη αλλά αδυναμία του κράτους και του σωφρονιστικού συστήματος. Η λύση είναι ένα ορθότερο σύστημα που θα μεριμνά για την ομαλή επανένταξή και γαλούχηση τους, και η καλύτερη φύλαξη καθώς και ο αυστηρότερος έλεγχος προκειμένου να εκμηδενιστούν οι πιθανότητες δραπέτευσης αντίστοιχα.
  • Η δικαιοσύνη δεν έχει ως στόχο την εκδίκηση και την ηθική ικανοποίηση των συγγενών του θύματος αλλά την εξασφάλιση της κοινωνικής τάξης και ευημερίας.
  • Οι καταδικασμένοι εγκληματίες μπορούν να τοποθετηθούν σε φυλακές με καταναγκαστική εργασία ώστε να προσφέρουν έργο και να μην επιβαρύνουν το κράτος.
  • Ένας εγκληματίας που διαπράττει ένα αποτρόπαιο έγκλημα με τέτοια ψυχρότητα δεν σκέφτεται καν την ποινή καθώς οι περισσότεροι εξ’ αυτών πιστεύουν ότι δεν θα πιαστούν ποτέ. Άλλωστε έρευνες έχουν αποδείξει ότι στις χώρες όπου επιβάλλεται η θανατική ποινή δεν έχουν μειωθεί τα ποσοστά εγκληματικότητας συγκριτικά με αυτά των χωρών που την έχουν καταργήσει.
  • Ακόμη κι αν κάποιος προτιμά να πεθάνει από το να ζήσει για πάντα ανάμεσα σε 4 τοίχους θα έπρεπε η απόφαση να βρίσκεται στη διακριτική του ευχέρεια. Η εκούσια αφαίρεση ανθρώπινης ζωής αποτελεί σε κάθε περίπτωση καταπάτηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Εν κατακλείδι, το σωφρονιστικό σύστημα σαφέστατα υπολειτουργεί με αποτέλεσμα πολλοί φαινομενικά «τιμωρημένοι» εγκληματίες να αποτελούν πηγή κινδύνου για την κοινωνία. Όμως, η θανάτωση τους δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση λύση, σε αντίθεση με την αναδιοργάνωση του σωφρονιστικού συστήματος. Εξάλλου, ακόμη κι αν κάποιος καταρρίψει όλα τα επιχειρήματα κατά της θανατικής ποινής και βρει χίλιους ακόμη λόγους για να εφαρμόζεται, δεν μπορεί να καταρρίψει το ισχυρότερο. Υπάρχει ΠΑΝΤΑ το ενδεχόμενο λάθους ή δικαστικής πλάνης. Μπορεί οι πιθανότητες να έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί αλλά το σχεδόν δεν μας καλύπτει. Αν έστω και ένας άνθρωπος πεθάνει αδίκως εξαιτίας λάθος απόφασης (πράγμα που έχει συμβεί στο παρελθόν) τότε το σωφρονιστικό σύστημα έχει αποτύχει παταγωδώς αφού η πράξη του δεν διαφέρει σε τίποτα με αυτή ενός στυγνού εγκληματία πέραν του εικονικού επιθετικού προσδιορισμού «νόμιμη» δίπλα στη λέξη «δολοφονία».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *